ἑπάμων

ἑπάμων, ονος, , (ἕπομαι)
A = ὀπάων, attendant, restored in Clitarch. Gloss. ap. Ath.6.267c, cf. Hsch. (pl.).

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • επάμων — ἑπάμων, ο (Α) [έπομαι] οπαδός, ακόλουθος, υπηρέτης …   Dictionary of Greek

  • ἐπάμων — ἐπά̱μων , ἐπί ἀμάω 1 reap corn imperf ind act 3rd pl (doric aeolic) ἐπά̱μων , ἐπί ἀμάω 1 reap corn imperf ind act 1st sg (doric aeolic) ἐπά̱μων , ἐπί ἀμάω 1 reap corn imperf ind act 3rd pl (doric aeolic) ἐπά̱μων , ἐπί ἀμάω 1 reap corn imperf ind… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑπάμονες — ἑπάμων attendant masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εχεπάμων — ἐχεπάμων, ον (Α) επιγρ. αυτός που έχει νόμιμο δικαίωμα ιδιοκτησίας ως κληρονόμος ή αντιπρόσωπος. [ΕΤΥΜΟΛ. < εχε * (< έχω I) + επάμων (< έπομαι)] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.